Τα κάλαντα
Στη Νίτσα, τη Βούλα και το Γιώργο
Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, οι μεγάλοι νομίζουμε ότι εξακολουθούμε να διατηρούμε την ευαισθησία και την τρυφερότητα των αθώων παιδικών χρόνων. Προσφέρουμε τρόφιμα και γλυκίσματα στις άπορες οικογένειες και τους ανήμπορους γέροντες. Διαβάζουμε λογοτεχνία, χαρίζουμε βιβλία με χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, προτείνουμε στα παιδιά και τους μαθητές μας να διαβάσουν βιβλία με αντιπολεμικό ή αντιρατσιστικό μήνυμα. Ακόμη, έχουμε την αίσθηση πως με τα ακριβά δώρα και τον εντυπωσιακό διάκοσμο του σπιτιού θα νιώσουμε το πνεύμα των Χριστουγέννων.
Αυτό είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί μέσα μας ξέρουμε πως η μαγεία και το ιερό φως των άγιων ημερών χάνεται μαζί με την ανεμελιά της πρώτης νιότης. Ίσως και να μη χάνεται, γιατί τίποτα πολύτιμο δε σβήνεται ούτε ξεχνιέται. Απλώς, ο χρόνος αδυσώπητος δε σ’ αφήνει να ταξιδέψεις συχνά στο αγνό παρελθόν, γιατί σε καθηλώνει στο πεζό παρόν. Τότε χαιρόμασταν με την αγάπη των γονιών που εκφραζόταν με το δώρο τους, ολοκαίνουργια ρούχα και παπούτσια, που θα φορούσαμε στην εκκλησία τη μέρα των Χριστουγέννων. Χαιρόμασταν που η μαμά έφτιαχνε τα γλυκά και μοσχομύριζε το σπίτι και που ο μπαμπάς ερχόταν το βράδυ κατάκοπος από τη δουλειά αλλά φορτωμένος ψώνια για το γιορτινό τραπέζι.
Όμως, εκείνο που περισσότερο μας έκανε -την αδερφή μου και μένα- να χαιρόμαστε και να περιμένουμε με ανυπομονησία τις Γιορτές στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ήταν η χαρούμενη παρέα με τα ξαδέρφια μας νωρίς το πρωί κάθε παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Με το Γιώργο και τη Βούλα τραγουδούσαμε τα κάλαντα στα σπίτια συγγενών και φίλων στη γειτονιά κατά μήκος του στρατοπέδου, που μέναμε εμείς, στα σπίτια γύρω από τις γραμμές του τραίνου για την Αθήνα και σ’ αυτά γύρω από το σπίτι των ξαδερφιών μας στην οδό Δ. Κοκκίνου, για να καταλήξουμε στο μαγαζί των πατεράδων μας στην οδό Βασιλέως Παύλου.
Η πρωινή εκείνη βόλτα μας τις παραμονές των Γιορτών δε γινόταν για τα χρήματα, να μαζέψουμε, δηλαδή, ένα μεγάλο ποσό, για να αγοράσουμε το τελευταίο πανάκριβο iphone της αγοράς, που θα το μοστράρουμε στους συμμαθητές μας ή ένα βιντεοπαιχνίδι play station, για να κολλήσουμε ώρες ατέλειωτες και να αποβλακωθούμε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Αυτά τα παιχνίδια δεν υπήρχαν τότε, γιατί -ευτυχώς- η εξέλιξη της τεχνολογίας ως προς την ψυχαγωγία περιοριζόταν στο ραδιόφωνο και την ασπρόμαυρη τηλεόραση. Η γενιά μας διασκέδαζε με πιο απλά και αυτοσχέδια παιχνίδια, που μας έδιναν χαρά, γιατί βασίζονταν στην ομαδικότητα και συντηρούσαν τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις μας (κρυφτό, κυνηγητό, μπάλα, τα μήλα, κουρσάκια κ.α.).
Επίσης, η χαρούμενη εκείνη «εξόρμησή» μας δε γινόταν για τα χρήματα, γιατί οι οικογένειές μας δεν αντιμετώπιζαν οικονομικό πρόβλημα. Οι πατεράδες μας, τίμιοι βιοπαλαιστές, είχαν μια επιχείρηση με υδραυλικά είδη και είδη φανοποιίας που τους απέδιδε έσοδα, ώστε να ζούμε αξιοπρεπώς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήμασταν ευκατάστατοι. Αντιθέτως, ο μπαμπάς και ο θείος Γιάννης δούλευαν πολύ σκληρά για το μεροκάματο από το πρωί μέχρι το βράδυ στη μουντζούρα και τις λαμαρίνες.
Το σεργιάνι μας στη γειτονιά για τα κάλαντα ήταν για μας μια «δράση», που έδειχνε την αγάπη και το δέσιμο που είχαμε μεταξύ μας, αφού είχαμε γεννηθεί και μεγαλώσει μαζί. Κοιμόμαστε, παίζαμε, τρώγαμε, διαβάζαμε μαζί και κάποιες φορές -εννοείται- τσακωνόμασταν κιόλας. Απολαμβάναμε, δηλαδή, την παιδικότητα και την ανεμελιά της ηλικίας μας, κάτι που αμφιβάλλω αν απολαμβάνουν τα σημερινά παιδιά ζώντας μέσα στον κυκεώνα της σύγχρονης ηλεκτρονικής υποδούλωσης.
Θυμάμαι, λοιπόν, πως, για να οργανώσουμε καλύτερα το «σχέδιο δράσης» μας, δηλαδή από ποια σπίτια θα περνούσαμε για τα κάλαντα, ποιοι ήταν οι συγγενείς και οι φίλοι που θα μας έδιναν πολλά χρήματα και ποιους θα αποφεύγαμε ως τσιγγούνηδες, συναντιόμασταν από το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, που ήταν δίπλα από το δικό μου. Εκεί κοιμόμασταν και τα τέσσερα ξαδέρφια το πολύ έξι ώρες. Δε μας έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, αφού είχαμε μια τρελή χαρά μέχρι να ξημερώσει, για να ξεκινήσουμε. Έπρεπε να προλάβουμε να χτυπήσουμε πρώτοι την πόρτα στα σπίτια, πριν μας προλάβουν κάτι παλιόπαιδα από άλλες γειτονιές. Αυτά είχαν αναγάγει τα κάλαντα σε επάγγελμα και γυρνούσαν όλη μέρα τον Πύργο, για να ξοδέψουν το βράδυ τα χρήματα που θα κέρδιζαν από τα κάλαντα στα τσιγάρα, τα καφενεία και τα μπιλιάρδα. Μια φορά μάλιστα θυμάμαι πως γίναμε μάρτυρες ενός θερμού επεισοδίου, όταν βγαίνοντας από ένα σπίτι παίξανε άγριο ξύλο για τη μοιρασιά.
Γύρω στις έξι, νύχτα ακόμη, ο παππούς έπινε δίπλα στο τζάκι τον καφέ του, για να πάει στα πρόβατα. Πρώτα λέγαμε τα κάλαντα σ’ αυτόν και εισπράτταμε το ένα από τα τρία πενηντάρικα. Η γιαγιά μάς έδινε λίγο φρέσκο γάλα από τις αγελάδες που είχαν και αμέσως βγαίναμε στο σκοτεινό κι έρημο ακόμη δρόμο φορώντας τα μάλλινα παλτά μας, για να αντέξουμε το βαρύ κρύο. Στη δεξιά πλευρά του χωμάτινου δρόμου, που ήταν το στρατόπεδο, λέγαμε καλημέρα στην πρωινή περίπολο και στο φρουρό του φυλακίου, που ήταν τυλιγμένος με τη χλαίνη του με το όπλο παρά πόδα. Πιο πάνω, η ταβέρνα του κυρ Αντρέα δεν είχε ανοίξει ακόμη. Απέναντι, στην πύλη του στρατοπέδου, τα φώτα ήταν αναμμένα, ενώ οι φαντάροι κοιμόντουσαν ακόμη στους θαλάμους τους.
Λίγα μέτρα μετά, συναντούσαμε τα δύο πρώτα συγγενικά μας σπίτια: της θείας Ασήμως και του θείου Θανάση, σπίτια φτωχικά αλλά με καρδιές θείων και ξαδερφιών πλούσιες σε αγάπη. Ακόμη και τώρα, που όλοι μας έχουμε περάσει τα πενήντα, που οι θείοι έχουν συχωρεθεί και τα ξαδέρφια έχουν φύγει από τη γειτονιά, με τα παιδιά εκείνα είμαστε αγαπημένοι, σαν αδέρφια. Οι θείες μάς άνοιγαν την πόρτα και μας έδιναν ένα τάλιρο. Κι απέναντι η κυρά Βιβή, η μάνα του φίλου και συμμαθητή του Γιάννη, ένα δίφραγκο. Αν κάποιος σου άνοιγε την πόρτα και έδινε από δίφραγκο και πάνω, ήταν καλά κι εμείς το εκτιμούσαμε, γιατί ξέραμε ότι, κι αυτό το μικρό ποσό που μας φίλευαν, ήταν από το υστέρημά τους και από αγάπη για μας.
Αλλά ήταν και κάποιοι στη γειτονιά -τους οποίους θυμάμαι, αλλά για ευνόητους λόγους δεν αναφέρω- που δεν μας άνοιγαν, παρόλο που ξέραμε ότι είχαν ξυπνήσει, γιατί το φως στην κουζίνα ή το μπάνιο τους ήταν αναμμένο. Βλέπετε, η κακία και η φιλαργυρία στον άνθρωπο γεννήθηκαν μαζί μ’ αυτόν και δεν αποτελούν γνώρισμα μόνο των σύγχρονων κοινωνιών. Κι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι ήταν πλούσιοι αλλά μίζεροι και φθονεροί. Έζησαν στερημένα, ενώ μπορούσαν να απολαύσουν μια άνετη ζωή. Κακομοίρηδες και τσιφούτηδες σαν το γερο-Λαδά του σήριαλ «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», που παιζόταν τότε στην κρατική τηλεόραση. Είχαν καταθέσεις στην τράπεζα, απέκτησαν σπίτια, αγόρασαν οικόπεδα, αλλά στο τέλος αρρώστησαν βαριά και πέθαναν χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους. Όμως, ήταν τυχεροί οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι με τη σειρά τους είναι το ίδιο παραδόπιστοι και σπουδάζουν τα παιδιά τους μόνο γιατρούς και δικηγόρους.
Επομένως, το να ψάλλουμε τα κάλαντα -όπως και η δουλειά στο μαγαζί των πατεράδων μας για μένα και τον ξάδερφό μου- ήταν κι ένα μάθημα ζωής. Μάθαμε από πολύ νωρίς πως μόνο με την επίπονη εργασία και «με το σταυρό στο χέρι» ο άνθρωπος προοδεύει, είναι αξιοπρεπής και σεβαστός στην κοινωνία. Ακόμη, μάθαμε την αξία του χρήματος, το οποίο πρέπει κανείς να ξοδεύει με μέτρο. Για παράδειγμα, τα χρήματα από τα κάλαντα δεν τα σπαταλούσαμε, αλλά τα ρίχναμε στον κουμπαρά μας, αφού πρώτα ξοδεύαμε ένα ποσό για παιχνίδια για μας και δώρα στους γονείς μας. Τέλος, μάθαμε να προσπερνάμε την κακία των ανθρώπων με το να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που δε μας άνοιγαν για τα κάλαντα ή μας έλεγαν ψυχρά «μας τάπαν άλλοι». Τώρα που το σκέφτομαι, τους φοβόμαστε λίγο και τους μισούσαμε, γιατί ταλαιπωρούσαν ως πελάτες στο μαγαζί με τα παζάρια και την τσιγκουνιά τους όταν ήθελαν ο μπαμπάς να τους κάνει την υδραυλική εγκατάσταση ή ο θείος να τους φτιάξει ένα ντεπόζιτο, μια λάτα ή ένα σούγλο.
Δε βαριέστε, έτσι είναι η ζωή και οι άνθρωποι. Πάντα υπάρχουν οι πολλοί που είναι φτωχοί ή μεσαίοι και οι λίγοι που είναι πλούσιοι. Ευτυχώς, όμως, οι καλοί είναι πολλοί και οι κακοί είναι λίγοι. Γι’ αυτό κι εμείς συνεχίζαμε χαρούμενοι και απτόητοι νιώθοντας τις τσέπες μας βαριές από τα κέρματα, ώσπου φτάναμε στο μαγαζί των πατεράδων μας. Εκείνη την ώρα, γύρω στις 7.30, ήταν γεμάτο από χωριάτες που είχαν κατέβει με το τραίνο να ψωνίσουν πράγματα για τις αγροτικές δουλειές τους ή από μάστορες που αγόραζαν υλικά για την οικοδομή. Ο μπαμπάς και ο θείος χαμογελούσαν όταν μπαίναμε στο μαγαζί, μας ρωτούσαν πόσα είχαμε μαζέψει, έβγαζαν από την τσέπη του ο καθένας από ένα πενηντάρικο και με το μουντζουρωμένο χέρι τους το έδιναν σε μας τ’ αγόρια.
Έπειτα όλο χαρά και ικανοποίηση από τους καλούς γονείς, τους γείτονες και τους συγγενείς που είχαν φορτώσει τις τσέπες μας, πηγαίναμε στο σπίτι των ξαδερφιών μου, για να κάνουμε τη δίκαιη μοιρασιά στα τέσσερα. Εκεί η θεία Κανέλλα μάς ετοίμαζε πρωινό με ζεστό ψωμί, βούτυρο, μαρμελάδα και χυμό από φρέσκα πορτοκάλια του κήπου μας. Γυρίζαμε στο σπίτι την ώρα που η μαμά ετοίμαζε το μεσημεριανό. Μας υποδεχόταν κι εκείνη με χαρά και πρότεινε να δώσουμε ένα μέρος από τα χρήματα στον μπαμπά, για να μας αγοράσει το απόγευμα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς ό,τι μας άρεσε: παιχνίδι, βιβλίο, ρούχο. Η μαμά δε μας είχε πει το παραμύθι με τον Άη Βασίλη, που έμπαινε από την καμινάδα και άφηνε τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οπότε δεν πιστέψαμε ποτέ σ’ αυτόν. Άλλωστε, το σπίτι μας δεν είχε τζάκι. Για μας ο Άγιος Βασίλης ήταν ο πατέρας μας, που ερχόταν κάθε βράδυ στο σπίτι με μπισκότα, καραμέλες, σοκολάτες ή παγωτά.
Δυστυχώς κανένας από την οικογένεια σήμερα δε θυμάται τι αγοράζαμε με αυτά τα χρήματα, αλλά δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει πως και τα τέσσερα ξαδέρφια -μεσήλικες πλέον- έχουμε κρατήσει τόσο γλυκιές αναμνήσεις από το μικρό πρωινό παιδικό μας περίπατο, για να πούμε τα κάλαντα. Και που κάθε χρονιά στις Γιορτές, όταν συναντιόμαστε με τα ξαδέρφια μας για τον καθιερωμένο καφέ στην πλατεία, γυρνάμε για λίγο το χρόνο πίσω και αναπολούμε τα παιδικά, τα καλύτερά μας χρόνια και μια αγαπημένη συνήθεια που μας ένωσε για πάντα. Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν και να χαθήκαμε, να σκληρύναμε, αλλά ποτέ δε θα σβήσει από τη μνήμη μας, σαν κάτι πολύτιμο, η χαρά που μας γέμιζαν οι ευτυχισμένες εκείνες στιγμές.
ΥΓ. Η ξαδέρφη μου σήμερα μας θύμισε πως αυτή με τα χρήματα από τα κάλαντα μια χρονιά είχε αγοράσει ένα πάνινο σκυλάκι, που το ονόμασε Μπούμπη και μια φυσαρμόνικα, την οποία ποτέ δεν έμαθε να παίζει…
Γιώργος Αγγελόπουλος, ΜΔΕ φιλόλογος.
